• Τρόλεϊ 14, Λεωφόρος Αλεξάνδρας Κάθομαι πρώτη σειρά και πίσω μου είναι δυο κοπέλες.Μιλάνε δυνατά και μου είναι αδύνατο να μην κρυφακούω: – Άσε που να σου λέω! -Τι έγινε παιδί μου; Δείχνεις αναστατωμένη! – Μα ναι! Πώς να μην είμαι; Σήμερα μας φέρανε τη καινούργια! – Ααα ναι! Για πες! – Άσε! – Δηλαδή; –

  • Απόγευμα σε ένα παγκάκι στη Πλάκα. Ήταν μια παρέα μουσικών και κάτσαμε με τη Φαίδρα μετά την βόλτα μας να τους ακούσουμε. Έλεγαν τραγούδια που σε ανάγκαζαν να τραγουδήσεις. Δε πέρασε ένα μισάωρο και γίναμε όλοι μια παρέα λες και γνωριζόμασταν χρόνια. Τραγουδούσαμε τόσο δυνατά λες και έπρεπε να μας ακούσει όλη η Αθήνα. Η

  • Μεσημέρι Σαββάτου σε ένα νεοκλασικό στο Λυκαβηττό. Από μικρό παιδί θυμάμαι το σπίτι αυτό. Η μαμά μου ήταν οικονόμος και μετά ακολούθησα εγώ. Κάθε Σάββατο καθόταν στο παράθυρο του σαλονιού και έβλεπε έξω στο δρόμο. Πάντα αυτό το άδειο βλέμμα στο γκρι του πεζοδρομίου, η ίδια στάση με τα ίδια ρούχα. Τα μαλλιά της ήταν

  • Βράδυ Παρασκευής στη Πλατεία των Εξαρχείων. -Μια φορά βγήκα μόνη μου και να ‘σαι πάλι εκεί. -Η ζωή σου μιλάει και εσύ δεν την ακούς. -Πως γίνεται να βρίσκεις κάθε φορά τη στιγμή που κάτι μου συμβαίνει και να εμφανίζεσαι; -Είναι η στιγμή μου μαζί σου. Δε μπορώ να χάνω τις στιγμές μας. -Γιατί εξαφανίζεσαι;