
Πατησίων, Σάββατο βράδυ.
Κοιταζόμαστε επίμονα, αλλά γνωριζόμαστε. Κανένας δε μιλάει.
Κοιτάζεις ξανά. Κοιτάζω να δω αν κοιτάζεις και πάλι δε μιλάμε.
-Από που γνωριζόμαστε;
Ένιωσα ότι έπρεπε να μιλήσω για να σπάσω τη σιωπή. Δε μιλάς και απλώς χαμογελάω. Δεν νιώθω αμήχανα. Είναι σαν να σε ξέρω χρόνια και αυτή η στιγμή είναι ακόμα μια στιγμή, από τις πολλές. Είναι το δικό μας παιχνίδι, το οποίο παίζουμε κάθε φορά που βρισκόμαστε και που η σιωπή είναι πιο δυνατή από τα λόγια μας. Λες και συναντιόμαστε κάθε μέρα και αυτή είναι μια ακόμα τέτοια στιγμή. Περνούν λίγα λεπτά κι εμένα μου φαίνεται αιώνας. Πόσο αργά μπορεί να κυλήσει ο χρόνος όταν σε κοιτάω στα μάτια; Αναρωτιέμαι και απαντάω μόνη μου. Κυλάει πολύ αργά, αλλά μου αρέσει που χάνομαι στα μάτια σου. Συνεχίζεις και με κοιτάς επίμονα και δε μιλάς, απλώς χαμογελάς και έχεις καρφωθεί στα μάτια μου. Με διαβάζεις, με αναγνωρίζεις.
-Ναι, γνωριζόμαστε. Θυμάσαι;
-Το ξέρω, είναι λάθος να πω όχι, αλλά είναι όχι . Βέβαια το όχι μου γίνεται ναι γιατί είναι σαν να σε ξέρω χρόνια.
-Ας πούμε ναι λοιπόν;
-Ας πούμε ένα όχι, που έγινε ναι.
-Με θυμάσαι;
-Ναι.
-Κι εγώ.
-Πώς βρέθηκες εδώ;
-Ήξερα ότι θα σε βρω.
-Κι εγώ.
-Ποτό;
-Έχω, ευχαριστώ!
-Να φέρω ένα άλλο;
-Γιατί;
-Για να γιορτάσουμε!
-Τι;
-Ότι βρεθήκαμε!
-Ναι!
-Εβίβα!
-Εβίβα!
-Σου αρέσει εδώ;
-Είναι πολύ δυνατά η μουσική και με έχει λίγο κουράσει. Εσένα σου αρέσει;
-Θα έφευγα.
-Μόνος;
-Όχι. Μαζί.
-Πάμε!
-Πού;
-Στην ταράτσα!
-Ξέρεις πως θα ανεβούμε απάνω;
-Όχι, πειράζει;
-Πάμε!
Με πιάνει από το χέρι και παίρνουμε τον ασανσέρ, πάμε στον πέμπτο και δεν βγαίνει.
-Δε βγαίνει…
-Θα βγει…Πάμε από την σκάλα!
Συναντάμε τη σκάλα από τον πέμπτο στον έκτο όροφο και βλέπουμε μπροστά μας την σιδερένια πόρτα της ταράτσας.
-Να ανοίξω;
-Ναι, τα κλειδιά είναι πάνω στην πόρτα.
-Θέλεις να ανοίξω;
-Ναι! Αφού γι αυτό ήρθαμε!
Ανοίγει την πόρτα. Προχωράμε και πιάτο όλη η Αθήνα.
-Ρεεεεε.. πόσο όμορφα είναι εδώ!
-Όχι και ρε!
-Μα γνωριζόμαστε εμείς δεν είπαμε;
-Εντάξει… ρε!
-Μπορώ να αγγίξω με το δάχτυλο μου τον Παρθενώνα, το Λυκαβηττό…
-Και τον Πειραιά …
-Ολυμπιακός;
-Ναι, αλλά …
-Αλλά τι;
-Αλλά ο Πειραιάς είναι λιμάνι.
-Στα λιμάνια τα πλοία φεύγουν…
-Αν φύγουμε μαζί δεν με νοιάζει… αλλά…
-Αλλά τι;
-Αλλά στα λιμάνια τα πλοία βρίσκουν το δικό τους τόπο.
-Κι εσύ τι θέλεις; Να φύγεις ή να μείνεις;
-Αν είναι στο μαζί ας μείνουμε και…ας φύγουμε μαζί.
Με κοιτάζει επίμονα και καρφώνονται τα βλέμματα μας. Χανόμαστε στη στιγμή μας. Όλα τα άλλα ζουν γύρω μας , αλλά εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου αυτή τη στιγμή μας. Έσπασες την σιωπή μας.
-Μου αρέσει που χαμογελάς.
-Χαμογελάω επειδή σε κοιτάζω.
-Κι εμένα χαμογελάει η καρδιά μου που είσαι εδώ.
Μείναμε αγκαλιά μέχρι την ανατολή, χωρίς να μιλάμε πολύ και δεν είπαμε ποτέ που γνωριζόμαστε.
