Μεσημέρι, Ναϊρόμπι

Είμαι στην πρωτεύουσα της Κένυας. Ένα ταξίδι που δεν ήξερα ποτέ ότι θα έκανα. Είναι μεσημέρι. Φως, ήλιος και ζέστη.  Ομάδα, εθελοντισμός και βόλτες στην πόλη. Οι οδηγίες είναι να είμαστε πάντα πάνω από δύο άτομα, πάντα να είναι τουλάχιστον ένα αγόρι μαζί μας, αν θέλουμε να εξερευνήσουμε την πόλη μέχρι τη δύση του ηλίου και μετά επιστροφή με ταξί από πόρτα σε πόρτα. Η μέρα είναι φωτεινή, αλλά σκοτεινιάζει λίγο μέσα μου ο φόβος και αυτό σίγουρα με επηρεάζει.

Αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα στις φαβέλες του Ναϊρόμπι με έναν ξεναγό που μένει εκεί. Η διαδρομή ξεκίνησε πολύ ευχάριστα.  Ένα γήπεδο με παιδιά που έπαιζαν ξυπόλητα ποδόσφαιρο αποκαλύφθηκε μπροστά μας και γίναμε ένα. Δύο μεγάλα ξύλα καρφωμένα κάθετα στο έδαφος για τα δύο τέρματα, ένα άδειο χωράφι χωρίς σκουπίδια και μια μπάλα φτιάχνουν έναν αγώνα ποδοσφαίρου στο εδώ και τώρα, χωρίς συζήτηση και χωρίς κοινή γλώσσα.

Πόση ευτυχία κρύβεται στα μάτια τους που έβαλαν ένα γκολ;

Πώς η αγκαλιά τους γίνεται πιο σφιχτή βλέποντας σε να μοιράζεσαι μαζί τους το γκολ;

Πώς το κόλλα πέντε γίνεται με τα μάτια, με ένα νεύμα και χωρίς λέξεις;

Τα χέρια απλώνονται έτσι απλά, λες και παίζουμε κάθε μέρα μαζί.

Πώς η ήττα γίνεται ένα αμήχανο χαμόγελο απογοήτευσης;

Όμως, το χαμόγελο υπερισχύει και τα μάτια τους λάμπουν από χαρά, επειδή παίζαμε μαζί. Στιγμή που γεμίζει με συναισθήματα, στιγμή που δεν ξεχνάς και νιώθεις ότι η ευτυχία έχει και αυτή τη διάσταση. Ο αγώνας έληξε και περάσαμε την υπαίθρια αγορά που ήταν κλειστή. Προχωρήσαμε στο κέντρο όπου τα σπίτια στριμώχνονται ερμητικά, χωρίς να μπορείς περπατήσεις καν στο μικρό διάδρομο ανάμεσα τους.

Πρώτη στάση στο σπίτι του ξεναγού. Ένα δωμάτιο μικρότερο από είκοσι τετραγωνικά, όσο μάλλον ένα συνηθισμένο υπνοδωμάτιο που ονομάζεται σπίτι. Το μπάνιο είναι στην άκρη με ένα τσίγκινο για παραβάν, για χάρη της ιδιωτικότητας. Δίπλα συνεχίζει η κουζίνα με το νεροχύτη, τα πιάτα και τα λιγοστά σκεύη στοιβαγμένα σε ράφια μέχρι το ταβάνι. Στην απέναντι πλευρά, το σαλόνι είναι κρεβάτι, γιατί τα παιδιά κοιμούνται στον καναπέ και οι γονείς σε μια κατασκευή από ξύλο από πάνω. Κάθε εκατοστό γεμάτο σε ένα δωμάτιο, που είναι σπίτι και γεμίζει με τέσσερις ανθρώπους. Δίπλα μένουν οι γονείς του ζευγαριού σε παρόμοια διαρρύθμιση. Όλη η γειτονιά είναι με στοιβαγμένα σπίτια, το ένα δίπλα στο άλλο  σε ασφυκτικό τοπίο, που πνίγεσαι μόνο που το βλέπεις. Περπατάμε λίγο ακόμα με μυρωδιές που δεν καταλαβαίνουν τα ρουθούνια τι είναι. Φτάνουμε σε ένα ξέφωτο με μια μεγάλη πλαστική μαύρη δεξαμενή.

-Αυτό είναι το νερό μας. Στο πάνω μέρος έχει διχτάκι που καθαρίζει το νερό από την βροχή, εμποδίζει τα ζουζούνια να εισέλθουν και από αυτό το βρυσάκι έχουμε όλοι μας νερό.

Μια μαύρη δεξαμενή είναι η πηγή τους για νερό από την βροχή. Κι αν δε βρέξει; Πολλά γιατί βασανίζουν το κεφάλι μου εκείνη την ώρα και καμία απάντηση δεν μπορώ να δώσω. Σκοτεινιάζω κι έχω ένα μούδιασμα και μια θλίψη.

Ξαφνικά σκάνε στο ξέφωτο περίπου δεκαπέντε παιδάκια από δύο έως δώδεκα χρονών περίπου και μας χαμογελάνε. Ένιωσα την ελπίδα και τα χαμόγελα τους με γέμισαν χαρά. Αγκαλιές και παιχνίδια. Βάλαμε κάτι τραγούδια και χορέψαμε χωρίς να ξέρουμε λέξη και όλα άλλαξαν. Πόση χαρά έχουν τα μάτια τους, πόση ευτυχία χωράνε τα χέρια τους. Μόνο ένα κοριτσάκι περίπου στα δώδεκα μιλούσε αγγλικά και πιάσαμε λίγο την κουβέντα.

-Πώς σε λένε;

-Λιζ, εσένα;

-Μαρία.

-Από πού είσαι;

-Από την Ελλάδα.

-Την ξέρω!

-Μπράβο!

-Πού μένεις;

-Στην Αθήνα.

Κρατούσε ένα κοριτσάκι στα χέρια της.

-Θέλεις να το κρατήσεις;

-Ναι, αν θέλει!

Μιλάνε μεταξύ τους και το κοριτσάκι γνέφει ναι. Το παίρνω στην αγκαλιά μου και πέφτει πάνω μου σφιχτά.

-Της αρέσει η αγκαλιά σου.

-Κι εμένα.

-Γιατί δεν το παίρνεις μαζί σου. Θα το σώσεις.

-Δεν…

-Γιατί;

Ό,τι έλεγα ήταν λάθος. Το ένιωθα αυτό το κενό στα λάθος λόγια μου. Χαζές δικαιολογίες, που δεν μπορούν να σταθούν όρθιες σε μια αλήθεια που με πόνεσε και δεν μπορούσα να απαντήσω. Ήταν σα μαχαιριά στην καρδιά αυτό το γιατί που δεν έχει απάντηση. Ένα γιατί, που δεν μπόρεσα να απαντήσω και ένα γιατί από εμένα που δεν έχει απάντηση.

 

Θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μου ένα σχόλιο;

Θέλεις να διαβάσεις περισσότερες ιστορίες;

  • Πατησίων, Σάββατο βράδυ. Κοιταζόμαστε επίμονα, αλλά γνωριζόμαστε. Κανένας δε μιλάει. Κοιτάζεις ξανά. Κοιτάζω να δω αν κοιτάζεις και πάλι δε μιλάμε. -Από που γνωριζόμαστε; Ένιωσα ότι έπρεπε να μιλήσω για να σπάσω τη σιωπή. Δε μιλάς και απλώς χαμογελάω. Δεν νιώθω αμήχανα. Είναι σαν να σε ξέρω χρόνια και αυτή η στιγμή είναι ακόμα μια

  • Είναι Κυριακή και σήμερα γίνομαι νονά. Είναι λίγο μεγάλη η βαφτιστήρα μου, αλλά πέντε χρόνια με τους κουμπάρους προτιμούσαμε να κανονίζουμε διακοπές από το να κανονίσουμε την βάφτιση. Κάθε Δεκέμβρη, εκεί στην αλλαγή του χρόνου λέγαμε : – Φέτος θα γίνει η βάφτιση! Κάθε χρόνο το λέγαμε, κάθε χρόνο βάζαμε ένα νέο προορισμό με την

  • – Μέλπω! Είμαι ερωτευμένη! -΄Ωπα! Τι δήλωση είναι αυτή! Λέγε! – Θυμάσαι τον Έκτορα; – Ναι παιδί μου! Που είχε έρθει στο χωριό πέρυσι το καλοκαίρι! – Ναι αυτόν! Τον είδα την προηγούμενη εβδομάδα στην παραλία που πήγαμε με τα παιδιά! Είναι εδώ στο χωριό και φέτος! – Αλήθεια; Λέγε Στέλλα! – Ναι σου λέω!

  • Ήθελα πολύ καιρό να πάω στην παράσταση ”Λευκές Νύχτες”. Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. Βαρύ έργο. Ήταν και ο λόγος που δεν έβρισκα εύκολα παρέα να πάω. Τελικά, η Μαρία δέχτηκε να πάμε. Ένα βράδυ Πέμπτης μετά τη δουλειά πήγαμε για ένα ποτάκι και στη συνέχεια στο θέατρο. Ήμασταν τυχερές, γιατί μας βρήκαν θέση στην πρώτη σειρά. Δίπλα