
Κυψέλη, Κυριακή Μεσημέρι.
Είναι από αυτές τις βροχερές μέρες που και να μη θέλεις να μελαγχολήσεις δε γίνεται.
Είναι Σάββατο και ξύπνησα από τη βροχή. Το καλοριφέρ έχει κλείσει από το βράδυ. Το δωμάτιο είναι λίγο παγωμένο, όπως και η μύτη μου που έχει βγει από τα σκεπάσματα. Έχω κλείσει το παντζούρι ερμητικά, για να μην μπει καμία ακτίνα ηλίου. Δεν έχει ήλιο βέβαια.
Αναρωτιέμαι…
Γιατί έκλεισα ερμητικά το παντζούρι;
Δεν ήθελα να μου διαταράξει τίποτα τον ύπνο και τελικά ξύπνησα από τη βροχή. Ο ήχος και το φως μας ταράζουν τελικά περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Αρκετά φιλοσοφικό για Σάββατο πρωί. Γύρισα πλευρά, κάλυψα τη μύτη μου για να ζεσταθεί και αποκοιμήθηκα λίγο ακόμα από το νανούρισμα της βροχής.
Ξύπνησα και άνοιξα το παντζούρι να μπει το φως της συννεφιάς. Πόσο ωραία είναι η αίσθηση της zero day (έτσι τις λέω). Είναι οι μέρες που δεν έχεις να κάνεις τίποτα και απλά απολαμβάνεις αυτή τη στιγμή. Βάζω μουσική και χαζοχορεύω φτιάχνοντας πρωινό. Χτυπάει το κινητό.
” Ήρθα Αθήνα εκτάκτως και φεύγω το βράδυ! Θέλω πάμε να φάμε σουβλάκι και μετά παγωτό από το gel – mam”.
Η φίλη μου, η Μυρτώ, που μένει Πορτογαλία για φέτος. Παιδικές φίλες.
” Είμαι σπίτι, τι ώρα θα φτάσεις;”
” Στις δύο κατέβα να πάμε για σουβλάκι”
Ακριβής στην ώρα της. Χτυπάει το κουδούνι στις δύο. Κατεβαίνω. Ούτε γειά μόνο αγκαλιές και κραυγές χαράς, γιατί είχαμε να τα πούμε από το καλοκαίρι. Μάρτης πια και είναι σα να μην πέρασε μια μέρα. Πάντα έτσι νιώθουμε με τη Μυρτώ. Υπάρχει πάντα αγάπη και η επικοινωνία η ίδια , έστω και αν έχουν περάσει μήνες.
-Πάμε για σουβλάκια;
-Ε ναι! Γι’ αυτό ήρθα από το Πόρτο!
-Όντως ;
-Όχι καλέ! Transfer, γιατί πετάω το βράδυ για Κωνσταντινούπολη και είπα να κάνω μια στάση Αθήνα να σε δω.
-Από τη Σίφνο έχουμε να βρεθούμε!
-Ρεεε ήταν ωραία στη Σίφνο!
-Άλλο ένα μοναδικό καλοκαίρι μαζί φίλη μου!
-Άντε πάμε για σουβλάκια! Πείνασα!
-Εσύ έχεις πιάσει την πάρλα!
-Όχι, εσύ!
-Εσύ!
-Όχι, εσύ!
Μέχρι να φτάσουμε στο σουβλατζίδικο αυτό λέγαμε. Μας διέκοψε η σερβιτόρα. Κάναμε την παραγγελία και μετά πιάσαμε τα νέα μας, από μετά Σίφνο εποχή. Πήγε έξι, στις οχτώ έπρεπε να φύγει. Πήγαμε για παγωτό και κάτσαμε για ένα γρήγορο πότο στο γωνιακό μαγαζί. Πάντα μου άρεσε να κάθομαι εκεί, γιατί ενώνει δύο διαφορετικούς δρόμους, έναν κανονικό και ένα πεζόδρομο. Πάντα υπάρχει μια γωνία που μπορεί να ενώσει.
-Καλώς τα όμορφα κορίτσια! Τι να σας φέρω;
Μας καλωσόρισε πολύ ένθερμα ο σερβιτόρος.
-Καλέ! Τι ωραίο καλωσόρισμα είναι αυτό! Σε ευχαριστούμε νεαρέ! Τιμή μας να είμαστε εδώ!
Είπε η Μυρτώ και ο σερβιτόρος χαμογέλασε. Οδοστρωτήρας η Μυρτώ.
-Ένα αμαρέτο πορτοκάλι για την κύρια εδώ και για εμένα…
-Να φέρω κάτι βαρύ σε αλκοόλ;
-Ένα ανθρακούχο μαστίχα, παρακαλώ!
-Καλέ θα μεθύσεις και μετά πως θα συνέλθεις;
-Πρέπει να πνίξω τον πόνο μου!
-Με το ανθρακούχο μαστίχα θα τον πνίξεις;
-Αρχικά θα πνίξω τα σουβλάκια που έφαγα πριν… Για μετά…
-Θα ακολουθήσει και δεύτερο ποτό;
-Θα το ήθελα, αλλά δεν προλαβαίνω!
-Γιατί;
-Γιατί πετάω σε τρεις ώρες!
-Για πού;
-Για Κωνσταντινούπολη!
-Εντάξει, δεν πας και στο απόσπασμα!
-Εντάξει, είναι μεγάλος πόνος να αφήσω τη φιλενάδα μου, τα σουβλάκια και το παγωτό… Δεν ξέρω άμα με νιώθεις!
-Για τη φιλενάδα σου δεν ξέρω… για τα σουβλάκια και το παγωτό το κατανοώ απόλυτα! Φέρνω τα ποτά και τα λέμε την επόμενη φορά, κερνάω ποτό με αλκοόλ!
-Το κρατάω!
-Αυτός ήταν ο σκοπός!
Κοιταχτήκαμε με τη Μυρτώ με αυτά τα βλέμματα μας που τα λέμε όλα, χωρίς ούτε μια κουβέντα. Συνεχίσαμε δήθεν τη συζήτηση μας. Η ώρα πήγε εφτά και μισή κι έπρεπε να φύγουμε. Τον κοίταξε. Ήρθε. Πληρώσαμε.
-Ήρθε η ώρα να φύγεις;
-Πέρασε η ριμάδα η ώρα και…
-… Πετάς! Αυτό είναι για να πας μέχρι αεροδρόμιο, χρωστάω και ένα για την επόμενη! Έχει αλκοόλ, δεν είναι ανθρακούχο μαστίχα!
-Καλύτερα! Θα το πιω στην υγεία σου!
-Και στη δική σου! Την επόμενη φορά.
-Την επόμενη φορά.
-Ευχαριστώ!
-Εγώ ευχαριστώ και πολύ, μάλιστα! Ήταν πολύ γλυκό εκ μέρους σου!
-Χαρά μου!
-Και δική μου!
-Πρέπει να φύγω!
-Καλό ταξίδι!
-Ευχαριστώ πολύ!
Φύγαμε. Απομακρυνθήκαμε, χοροπηδούσαμε από χαρά στην επόμενη γωνία που δε μας έβλεπε.
-Ρεεε μπράβο του!
-Φανταστικός ο κύριος άγνωστος!
Αγκαλιά. Χαμόγελα χαράς και ήρθε το ταξί.
-Καλό ταξίδι!
-Σε αγαπώ!
Ακούστηκε δυνατά από το στόμα της Μυρτώς που ξεπρόβαλε από το εν κινήσει ταξί.
