Τα φοιτητικά μας χρόνια μένουν ανεξίτηλα και αυτό γιατί έχουν πλάκα. Είναι εκείνες οι στιγμές που θυμάσαι για πάντα και ξεπετάγονται άξαφνα στην μνήμη σου καθώς κάνεις μια βόλτα στην Πλάκα.

Μια απο τις στιγμές που θα θυμάμαι για πάντα ήταν και η μέρα που έφυγα από το πατρικό μου για να πάω στην Αθήνα, να βρω σπίτι, για να ξεκινήσω τις σπουδές μου. Παιδί της επαρχίας και όλα νέα για εμένα.  Όταν είσαι δεκαοχτώ δεν φοβάσαι τίποτα και όλα φαίνονται τόσο φωτεινά. Έτσι ένιωθα εγώ τουλάχιστον. Ο μπαμπά μου είχε έρθει να με βοηθήσει με την μετακόμιση και ήταν η τελευταία μας μέρα μαζί στο νέο μου σπίτι. Ήταν εφτά το απόγευμα όταν πήρε την βαλίτσα του, τον αγκάλιασα κι έφυγε για να κατέβει στον Πειραιά να μπει στο καράβι. Ήταν Κυριακή.  Ήταν το πρώτο βράδυ που έκλεισα την πόρτα κι έμεινα μόνη στο σπίτι. Σιωπή μοναξιάς.

Το επόμενο πρωί ήταν η πρώτη μέρα στη σχολή. Νομίζω δεν κοιμήθηκα το βράδυ καλά. Στριφογύριζα στο σκοτάδι και λαγοκοιμόμουν. Χτύπησε το ξυπνητήρι και σηκώθηκα να ετοιμαστώ για να πάω στην σχολή. Πήγα με τα πόδια, γιατί ήταν κοντά. Μπήκα σε ένα τεράστιο αμφιθέατρο, έτσι τουλάχιστον μου φαινόταν την πρώτη μέρα. Αμφιθέατρο Χ, έτσι ονομαζόταν. Δεν ήξερα κανένα. Ήρθε μια κοπέλα, η οποία κάθισε δίπλα μου, αργότερα ήρθε ένα αγόρι και γνωριστήκαμε. Είπαμε τα βασικά, γιατί ξεκίνησε το μάθημα. Η Ανθή και ο Σωτήρης ήταν από Αθήνα. Μόλις τελείωσε το μάθημα, βγήκαμε έξω και η Ανθή μας πρότεινε να πάμε για ένα καφέ.

-Παιδιά έχω μια ιδέα! λέει η Ανθή.

-Για πες! είπαμε με το Σωτήρης ταυτόχρονα.

-Πάμε στην Πλάκα; ρωτάει η Ανθή.

-Πλάκα; ρώτησε ο Σπύρος με απορία.

-Ναι Πλάκα! είπε η Ανθή.

-Υπάρχει  μέρος που λέγεται Πλάκα; ρώτησε ο Σωτήρης.

-Ναι! απαντάει η Ανθή.

-Και εγώ που δεν είμαι απο εδώ το ξέρω… Σωτήρη, δεν έχεις πάει στην Πλάκα; είπα εγώ

-Πλάκα κάνεις! λέει ο Σωτήρης με ένα βλέμμα απορίας.

-Δεν έχεις πάει ποτέ στην Πλάκα; τον ρωτάει η Ανθή

-Όχι! Μα υπάρχει μέρος που το λένε Πλάκα; συνέχιζε να αναρωτιέται ο Σωτήρης

-Πάμε Πλάκα! λέμε όλοι μαζί και φύγαμε.

Η Πλάκα έγινε το στέκι μας και έτσι χτίσαμε όλες μας τις αναμνήσεις περιφερόμενοι στα στενά της.

Ατάκα από τον Σπύρο.

Θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μου ένα σχόλιο;

Θέλεις να διαβάσεις περισσότερες ιστορίες;

  • Κυψέλη, Κυριακή Μεσημέρι. Είναι από αυτές τις βροχερές μέρες που και να μη θέλεις να μελαγχολήσεις δε γίνεται. Είναι Σάββατο και ξύπνησα από τη βροχή. Το καλοριφέρ έχει κλείσει από το βράδυ. Το δωμάτιο είναι λίγο παγωμένο, όπως και η μύτη μου που έχει βγει από τα σκεπάσματα. Έχω κλείσει το παντζούρι ερμητικά, για να

  • Μεσημέρι, Ναϊρόμπι Είμαι στην πρωτεύουσα της Κένυας. Ένα ταξίδι που δεν ήξερα ποτέ ότι θα έκανα. Είναι μεσημέρι. Φως, ήλιος και ζέστη.  Ομάδα, εθελοντισμός και βόλτες στην πόλη. Οι οδηγίες είναι να είμαστε πάντα πάνω από δύο άτομα, πάντα να είναι τουλάχιστον ένα αγόρι μαζί μας, αν θέλουμε να εξερευνήσουμε την πόλη μέχρι τη δύση

  • Πατησίων, Σάββατο βράδυ. Κοιταζόμαστε επίμονα, αλλά γνωριζόμαστε. Κανένας δε μιλάει. Κοιτάζεις ξανά. Κοιτάζω να δω αν κοιτάζεις και πάλι δε μιλάμε. -Από που γνωριζόμαστε; Ένιωσα ότι έπρεπε να μιλήσω για να σπάσω τη σιωπή. Δε μιλάς και απλώς χαμογελάω. Δεν νιώθω αμήχανα. Είναι σαν να σε ξέρω χρόνια και αυτή η στιγμή είναι ακόμα μια

  • Είναι Κυριακή και σήμερα γίνομαι νονά. Είναι λίγο μεγάλη η βαφτιστήρα μου, αλλά πέντε χρόνια με τους κουμπάρους προτιμούσαμε να κανονίζουμε διακοπές από το να κανονίσουμε την βάφτιση. Κάθε Δεκέμβρη, εκεί στην αλλαγή του χρόνου λέγαμε : – Φέτος θα γίνει η βάφτιση! Κάθε χρόνο το λέγαμε, κάθε χρόνο βάζαμε ένα νέο προορισμό με την