Παρασκευή απόγευμα στο Λυκαβηττό

Χτυπάει το τηλέφωνο μου και είναι η Ελένη.
–       Έλα ρε!
–       Παυλίνα…
–       Ελένη..κλαίς;
–       Παυλίνα… Δεν είμαι  καλά …
–       Τι έγινε; Που είσαι;
–       Είμαι στο Λυκαβηττό …
–       Έρχομαι, σε 20 λεπτά θα είμαι εκεί, φεύγω τώρα από δουλειά
Είναι οι στιγμές που μπαίνεις στο αμάξι και όλες οι άσχημες σκέψεις σε αγκαλιάζουν. Κάπου στη Κηφισιάς που έχεις κολλήσει στο φανάρι ανοίγεις το παράθυρο μήπως και μπει καμιά άλλη όμορφη σκέψη. Η φωνή της λογικής ξεκινάει σιγά-σιγά. Σκέφτομαι ότι δε τη ρώτησα στο τηλέφωνο αλλά πώς να τη ρωτήσω; …τα αναφιλητά δεν την άφηναν να βγάλει λέξη. Ας σκεφτώ ψύχραιμα -μου λέω- η Ελένη είναι καλά. Επιτέλους φτάνω και παρκάρω το αμάξι πίσω ακριβώς από το παγκάκι που καθόμαστε από μικρά παιδιά. Την αγκαλιάζω και ξεσπάει σε κλάματα, προσπαθώ να την ηρεμήσω για να μπορέσει να μιλήσει.
–       Τι έγινε;
–       …ο μπαμπάς μου ..έφυγε
Κάπου εκεί παγώνω και νομίζω ότι ο χρόνος σταματάει.
–       Πότε;
–       Σήμερα…πήγα να τον ξυπνήσω το απόγευμα και…
Δεν ήξερα τι να κάνω, απλά την αγκάλιασα. Τέτοιες στιγμές ότι και να πεις, φαίνεται λάθος. Μια αγκαλιά αρκεί στη σιωπή.
–       Θέλεις να κάνω κάτι;
–       Όχι, τα ανέλαβε όλα η Θεία μου και εγώ απλά έφυγα από το σπίτι.
–       Λογικό..
Καμιά κουβέντα για αρκετή  ώρα, κοιτούσαμε απλά το χάος της Αθήνας. Μέσα σε αυτό το χάος μεγαλώσαμε παρέα με τον κύριο Μίλτο. Εννοείται πως με έπιασαν τα κλάματα και εμένα.  Κάποια στιγμή κοιταχτήκαμε και μας έπιασε σπαστικό γέλιο. Και εκεί που γελάμε χωρίς σταματημό αρχίζουμε και λέμε ιστορίες για το κύριο Μίλτο, τον λατρεμένο μπαμπά της Ελένης που μας κυνηγούσε να ντυθούμε το χειμώνα για να πάμε σχολείο, που μας φώναζε να μαζευτούμε στο σπίτι για να κάτσουμε να διαβάσουμε και πόσες άλλες ιστορίες που πέρασαν όλες εκείνη τη στιγμή σαν ταινία. Το εφήμερο γέλιο της Ελένης ήταν αρκετό για να μην κλαίμε. Ήταν η ώρα που ο ήλιος πέφτει και όλη η Αθήνα γίνεται ροζ. Ξεκινάμε το παιχνίδι με τις λέξεις…
–       Ελένη… κοίτα τον ήλιο… φεύγει…
–       …ο ήλιος κάθε μέρα φεύγει…
–       Ο ήλιος κάθε μέρα πεθαίνει…
–       ..και εμείς μαζί του…
–       Και τα μάτια κλείνουν, αλλά ανοίγουν πάλι…
–       Θέλω κάθε βλεφαρίδα μου να  αγκαλίασει κάθε δάκρυ μου για να μη φύγει…
Σιωπή και δάκρυα.
–       Χαμήλωσε τις βλεφαρίδες σου για να πεθάνεις μαζί με τον ήλιο…
–       …η νύχτα έχει έρθει..
–       Τ’ άστρα όμως λάμπουν για να σε οδηγήσουν ξανά στη  μέρα…
–       …σκοτάδι, σκοτάδι παντού…
–       Η αυγή ήρθε, ο ήλιος ξυπνά ξανά.
–       …σα σούρουπο νιώθω…
–       Το φως της μέρας φτάνει…
–       …πως θα ξυπνήσω;
–       Αύριο . Άλλος ήλιος, άλλο φως.

Μια αγκαλιά και μερικά δάκρυα γέμισαν εκείνη τη στιγμή του μικρού θανάτου . Η νύχτα ήρθε. Τα άστρα δε φαίνονται, αλλά υπάρχουν. Αύριο πάλι.

Μαρία Τσατσάκη

#atakaistoria #tsatsakimaria

Photo: Ηλίας Σταθακόπουλος, Ευχαριστώ πολύ!:)

Ατάκα από “Χειμώνας”!:)

Θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μου ένα σχόλιο;

Θέλεις να διαβάσεις περισσότερες ιστορίες;

  • Βράδυ Σαββάτου. Ετοιμάζομαι για να βγω και κοιτάζοντας τον καθρέπτη μιλάω φωναχτά στο άδειο σπίτι: «Γιώργο, μου λείπουν τα σαββατόβραδα μας». Μπήκα στο αμάξι και με δυνατή μουσική έφτασα στο μπαράκι για τα γενέθλια της Ντίνας από το χορό. Πολλοί άγνωστοι γύρω μου, αλλά ήταν σαν να τους ήξερα όλους από καιρό. Τη μια στιγμή […]

  • Ήταν Ιανουάριος. Ήταν ο μήνας που θα μετακομίζαμε στο καινούργιο μας σπίτι. Ο Άγγελος μεγάλωσε στο σπίτι της γιαγιάς του, στο Μετς, το οποίο το λάτρευε. Ένα νεοκλασικό που κοσμούσε τον πεζόδρομο και ξεχώριζε για την ομορφιά του. Η γιαγιά του μας άφησε ξαφνικά, γιατί ήθελε να φύγει και να κάνει εντύπωση, όπως μας είχε […]

  • Αν έχω να θυμάμαι μια μέρα από τη ζωή μου, αυτή είναι η Παρασκευή 10 Νοέμβρη 2017.  Ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. Ήταν η μέρα ορόσημο. Είναι δυνατόν ένα email να φέρει την αλλαγή; Δεν το πίστευα, αλλά είναι δυνατόν. Είχα ξυπνήσει κατά τις 10.00 το πρωί μετά από ένα ξενύχτι με τους φίλους […]

  • Η συγκατοίκηση πάντα έχει ενδιαφέρον, ειδικά αν τη μοιράζεσαι με μια αγαπημένη σου φίλη. Είχαμε ξενυχτήσει το προηγούμενο  βράδυ μέχρι πρωίας. Η ώρα είχε περάσει και ήταν μια το μεσημέρι, αλλά τα φώτα και στα δύο υπνοδωμάτια του σπιτιού ήταν σβηστά. Κοιμόμασταν κι εγώ και η Δέσποινα. Σηκώθηκα κατά τις δύο και ένιωθα το στομάχι […]