Χαίρομαι που είσαι…

Κυριακή πρωί στη Παπάγου.

-Έκανες παιδιά;

-Ναι…

-Ήμουν σίγουρος ότι θα έκανες παιδιά. Ήξερα ότι θα γίνεις η καλύτερη μαμά από τη μέρα που σε γνώρισα. Να μαντέψω;

-Μάντεψε, πάντα σου άρεσε αυτό το παιχνίδι!

-Πάντα μου άρεσε. Έκανες ένα αγόρι και μετά ένα κορίτσι.

Χαμογέλασα γιατί για άλλη μια φορά είχε μαντέψει σωστά. Είχα αμφιβολίες αν θα έπρεπε να είμαι εδώ σε αυτό το κυριακάτικο πρωινό για καφέ μαζί του. Τι σημαίνει πρέπει; Ήθελα να έρθω. Είχαν περάσει τόσα χρόνια.

-Ναι, έχω τη Νεφέλη μου και τον Έκτορα μου.

-Έλαμψαν τα μάτια σου μόνο που είπες τα ονόματα τους!

-Κάθε φορά που λέω για τα παιδιά μου, απλά μου έρχεται η στιγμή που τα κράτησα πρώτη φορά στην αγκαλιά μου!

-Αυτό το χαμόγελο σου είναι όπως τότε!

-Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν!

-Δεν αλλάζουν αν δεν θέλουμε να τα αλλάξουμε εμείς.

-Η αλλαγή είναι δική μας επιλογή… Εσύ; Παντρεύτηκες; Έκανες παιδιά;

-Παντρεύτηκα αλλά δεν έκανα παιδιά.

Σιωπή.

-Χώρισα στον πρώτο χρόνο και από τότε έμεινα μόνος μου, δεν ήθελα…

-Με ότι νιώθει ο καθένας χαρούμενος!

-Εσύ παντρεύτηκες ξανά;

-Όχι…

Είπα όχι και προσπάθησα να συνειδητοποιήσω γιατί με ρώτησε.

-Ρήγα, γιατί με ρωτάς αν ξαναπαντρεύτηκα;

-Ήθελα να σε ρωτήσω αν έφτιαξες ξανά τη ζωή σου μετά το θάνατο του άντρα σου.

-Δεν ήταν χαλασμένη η ζωή μου για να τη φτιάξω ξανά, έχασα το Μηνά μου και ήθελα να μείνω μόνη μου. Εσύ που το ξέρεις; Μου κάνει εντύπωση!

-Πάντα μάθαινα για εσένα.

-Από ποιον;

-Η Λία μου έλεγε τα νέα σου. Ήταν η μυστική μας συμφωνία, να μου λέει για εσένα και να μη σου το πει ποτέ.

Δάκρυσα.

-Δε μου το είπε ποτέ. Το πήρε μαζί της το μυστικό σας.

-Ήμουν στη κηδεία της.

-Δε σε είδα…

-Δεν ήθελα να με δει κανείς, ούτε εσύ.

Άρχιζα να κλαίω και μου έδωσε το μαντίλι του. Το μαντίλι που του είχα χαρίσει με το όνομα του στη πρώτη μου απόπειρα μου να κεντήσω. Τότε παλιά. Μύριζε σαπούνι Μασσαλίας, το κλασσικό άρωμα που έπλενε πάντα αυτό το μαντίλι. Άρχισα να γελάω μέσα στα δάκρυα μου.

-Έχεις ακόμα αυτό το μαντίλι;

-Έχω ακόμα το μαντίλι σου!

-Μα δες εδώ πόσο άσχημα τα είχα κάνει αυτά τα γράμματα! Τώρα έχω εξελιχθεί!

Σκούπισα τα δάκρυα μου και συνέχιζα να γελάω.

-Άρα ήξερες ότι είχα 2 παιδιά και ότι έχασα τον άντρα μου και…

-Όλα τα ήξερα!

-Γιατί με ρώτησες;

-Έτσι για να ξεκινήσουμε το παιχνίδι μας!

-Πάλιωσε αυτό το παιχνίδι…

-Ναι αλλά μάντεψα  πάλι σωστά!

-Αφού ήξερες την απάντηση, θα ήταν σωστή και η μαντεία!

-Ήμουν και στη κηδεία του άντρα σου, μου το είχε πει η Λία…

Δεν ήξερα πως ήθελα να νιώσω. Ένιωσα περίεργα.

-Γιατί ήσουν εκεί;

-Γιατί ήθελα να νιώθω κοντά σου.

-Δεν ήσουν Ελλάδα τότε σωστά;

-Όχι, δεν ήμουν.

-Δεν ξέρω τι να πω…

-Με κάποιο τρόπο ήθελα να ήμουν κοντά σου εκείνη τη μέρα…

-Κατάφερνες πάντα να είσαι κοντά μου αλλά μακριά μου…

-Το δικό μου κοντά…

-Το δικό σου κοντά δεν έγινε ποτέ σαν το δικό μου..

-Το ξέρω…

-Και αυτό σου ήταν αρκετό;

-Μου ήταν αρκετό, αλλιώς το δικό σου κοντά θα ήταν δικό μας…

-Πάλι δεν ξέρω τι να πω…

-Δε χρειάζεται να πεις κάτι, πάντα μου έλεγες ότι είμαστε οι επιλογές μας. Θυμάσαι τι μου είχες πει πριν χωρίσουμε;

-Όχι…έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια…

-Πριν 50 χρόνια και κάτι… με είχες ρωτήσει ” Ρήγα, είμαι εγώ ένας λόγος για να χαμογελάς; ”

-Και εσύ τι μου απάντησες;

-Σου απάντησα ότι  δε ξέρω… και μου είπες ” Ρήγα αυτή είναι η δική σου επιλογή! ” Έκλεισες την πόρτα και έφυγες. Αυτός ο ήχος της πόρτας χτυπάει πολλές φορές μέσα στο μυαλό μου…

-Συγγνώμη … δε το θυμάμαι…

-Δε θα έπρεπε να το θυμάσαι…

-Δεν ξέρω τι να πω…

-Δε χρειάζεται να πεις τίποτα…

Χαμογέλασα από αμηχανία.

-Πάντα ήθελα να είσαι καλά και ευτυχισμένος. Πάντα σε σκεφτόμουν με αγάπη. Σε ευχαριστώ και μόνο που έκανες την καρδιά μου να χτυπήσει σε διπλό και τριπλό ρυθμό κάθε φορά που σε έβλεπα. Ευγνωμονώ που υπήρξες στη ζωή μου και ο έρωτας έγινε αγκαλιά, αγάπη και φροντίδα, έγινε σε νοιάζομαι και σε αγαπώ. Ήσουν ο έρωτας για κάθε επόμενο μου σ’ αγαπώ που είπα στη ζωή. Ήσουν εκεί για εμένα χωρίς ερωτήσεις και πάντα μου έλεγες με χαμόγελο ‘’ Όλα θα γίνουν’’. Πέρασα δύσκολα για να κατανοήσω το μακριά σου και το δικό σου κοντά. Πέρασε καιρός για να πω το επόμενο μου σ’ αγαπώ, όμως κατάφερα να πω αγαπώ σε ότι έζησα μαζί σου.

Τα μάτια του φώτισαν από χαρά και παρασύρθηκαν τα δάκρυα του.

-Δεν ξέρω τι να πω…

-Δε χρειάζεται να πεις κάτι…

-Τώρα θα λες ότι έλεγα εγώ πριν;

-Παιχνίδι δεν ήθελες;

Το γέλιο μας ήταν το φτου ελευθερία μας.

-Είπα αυτό που ένιωθα.

Σιωπή.

-Πάμε; Έφτασε κιόλας μεσημέρι και έχω κανονίσει με τα παιδιά μου να πάμε όλοι μαζί για φαγητό.

-Πάμε..

-Μελένια μου, χαίρομαι που είσαι στη ζωή μου έστω και έτσι…

Είχα να ακούσω από τότε το Μελένια και το μου.

Βγήκαμε από το καφέ αγκαλιαστήκαμε και πήρε ο καθένας το δρόμο του.

Εμπνευσμένο από: Δημήτρη Ριζόγλου

About the author: Maria

Σχόλια;

Το e-mail σας δεν θα δημοσιευθεί.