Παραμονή Χριστουγέννων στο Σύνταγμα.

Χτυπάει το τηλέφωνο μου επίμονα και είναι ο Λεωνίδας. Ήμουν έτοιμος να μπω στο αμάξι για να πάω σπίτι, αφού είχα περάσει  από κάθε κατάστημα που πουλούσε φαγητά και γλυκά, ήταν για σήμερα το βράδυ.

-Έλα Λεωνίδα!

-Ρε φιλαράκι  πού είσαι;

-Άσε! Μ’ έμπλεξε η μάνα μου να πάρω ότι φαγώσιμο υπάρχει για σήμερα το βράδυ, αλμυρά, γλυκά, πικρά όλα!

– «Χωσέ» κανονικό ε;

-Ναι ρε, άσε! Εσύ όλα καλά;

-Ρε Νίκο, έφυγε η Μάνια από το σπίτι. Σήμερα παραμονή Χριστουγέννων καταλαβαίνεις;

-Τι λες τώρα; Αλήθεια; Γιατί τί έγινε;

-Ότι γίνεται τόσο καιρό, φωνές και νεύρα, πολλά νεύρα αδερφάκι μου…

-Κάτι μου είχες πει, αλλά δεν το θεώρησα σοβαρό…

-Ρε Νίκο, είχαμε πολλά προβλήματα,  αλλά όχι και να χωρίσουμε…

-Ρε Λεωνίδα, καλύτερα θα είστε άμα…

-Άμα με καταλάβαινε λίγο, όλα θα ήταν διαφορετικά, μα δεν καταλαβαίνει τίποτα και μόνο την πάρτη της κοιτάει.  Κάθε φορά μου πετάει αυτά τα φιλοσοφικά «Άμα δεν είσαι καλά με τον εαυτό σου δεν είσαι με κανένα». Πώς να είμαι καλά ρε Μάνια, αφού δε με καταλαβαίνεις και όλα με βάζεις στο σκαμνί… Λεωνίδα έκανες το ένα Λεωνίδα έκανες το άλλο.. Λεωνίδα γιατί δεν έκανες αυτό, Λεωνίδα γιατί φέρεσαι  έτσι, Λεωνίδα γιατί είσαι έτσι… γιατί είσαι γιουβέτσι… ας το καλό βαρέθηκα…

-Ρε φίλε τι να σου πω; Άμα κάτι δεν πάει, άστο… αφού ξέρεις…

-Ρε Νίκο, αφού ξέρεις πως νιώθω για τη Μάνια, αλλά αυτή εκεί τον εαυτούλη της και αυτά τα φιλοσοφικά κενά που δε μου λένε τίποτα!

-Στην πράξη να σε δω κοπέλα μου… εδώ… Δεν μπορούσες να περιμένεις; Την ημέρα των Χριστουγέννων έπρεπε να φύγεις; Δε μιλήσαμε καν, γύρισα από τη δουλειά και μου είχε αφήσει ένα σημείωμα… « Φεύγω. Καλύτερα και για τους δυο. Δεν έχω να πω κάτι άλλο, τα είπαμε όλα σε κάθε μας καβγά. Αν σου πω να προσέχεις δε θα σου αρέσει. Αν σου πω να περνάς καλά πάλι δε θα σου αρέσει. Κάνε ό,τι θέλεις.»

-Αυτό;

-Ναι ρε φίλε αυτό… Πήρε τα πράγματα της κι έφυγε. Αυτό ήταν. Που καλύτερα να μην την είχα γνωρίσει. Να μην είχα βγει εκείνο το βράδυ, να καθόμουν σπίτι και να έλιωνα στο Playstation ή στο Netflix. Να μην έβγαινα εκείνη την μέρα γαμώτη. Να μην την γνώριζα ποτέ.

-Το έχω πει κι εγώ σε άλλη φάση…  Ρε φίλε τα πράγματα δεν        αλλάζουν, εμείς τα αλλάζουμε.

-Δύο  χρόνια ρε φίλε με  ένα σημείωμα; Έτσι απλά;

-Έτσι απλά. Τι θα κάνεις σήμερα;

-Θα κάτσω σπίτι μου να γίνω τύφλα και να πεθάνω στον ύπνο…

 -Θα μαζευτούμε στη μάνα μου.  Θα είναι και ο αδερφός μου με τα παιδιά, έλα να γίνουμε τύφλα μαζί και θα μείνουμε στη μάνα μου. Η κυρία Περσεφόνη θα χαρεί  να μας περιποιηθεί μεθυσμένους σαν να είμαστε έφηβοι στο σπίτι της, όπως παλιά.

-Ρε φίλε…

-Ρε φίλε έλα και άσε τα πολλά-πολλά.  Δέκα στο σπίτι της μάνας μου.

#atakaistoria #tsatsakimaria

 Θείος Κλητ, Σε ευχαριστώ πολύ για την ατάκα!

Θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μου ένα σχόλιο;

Θέλεις να διαβάσεις περισσότερες ιστορίες;

  • Κυψέλη, Κυριακή Μεσημέρι. Είναι από αυτές τις βροχερές μέρες που και να μη θέλεις να μελαγχολήσεις δε γίνεται. Είναι Σάββατο και ξύπνησα από τη βροχή. Το καλοριφέρ έχει κλείσει από το βράδυ. Το δωμάτιο είναι λίγο παγωμένο, όπως και η μύτη μου που έχει βγει από τα σκεπάσματα. Έχω κλείσει το παντζούρι ερμητικά, για να

  • Μεσημέρι, Ναϊρόμπι Είμαι στην πρωτεύουσα της Κένυας. Ένα ταξίδι που δεν ήξερα ποτέ ότι θα έκανα. Είναι μεσημέρι. Φως, ήλιος και ζέστη.  Ομάδα, εθελοντισμός και βόλτες στην πόλη. Οι οδηγίες είναι να είμαστε πάντα πάνω από δύο άτομα, πάντα να είναι τουλάχιστον ένα αγόρι μαζί μας, αν θέλουμε να εξερευνήσουμε την πόλη μέχρι τη δύση

  • Πατησίων, Σάββατο βράδυ. Κοιταζόμαστε επίμονα, αλλά γνωριζόμαστε. Κανένας δε μιλάει. Κοιτάζεις ξανά. Κοιτάζω να δω αν κοιτάζεις και πάλι δε μιλάμε. -Από που γνωριζόμαστε; Ένιωσα ότι έπρεπε να μιλήσω για να σπάσω τη σιωπή. Δε μιλάς και απλώς χαμογελάω. Δεν νιώθω αμήχανα. Είναι σαν να σε ξέρω χρόνια και αυτή η στιγμή είναι ακόμα μια

  • Είναι Κυριακή και σήμερα γίνομαι νονά. Είναι λίγο μεγάλη η βαφτιστήρα μου, αλλά πέντε χρόνια με τους κουμπάρους προτιμούσαμε να κανονίζουμε διακοπές από το να κανονίσουμε την βάφτιση. Κάθε Δεκέμβρη, εκεί στην αλλαγή του χρόνου λέγαμε : – Φέτος θα γίνει η βάφτιση! Κάθε χρόνο το λέγαμε, κάθε χρόνο βάζαμε ένα νέο προορισμό με την