Nα  ‘ταν οι σκέψεις μου δικές σου.

Παρασκευή βράδυ στο Θησείο.

Είμαι τυχερή που βρήκα πάρκινγκ έξω από το σπίτι μου. Όταν συμβαίνει αυτό νομίζω ότι όλα θα πάνε καλά. Το διαβάζεις και γελάς είμαι σίγουρη! Θα ήθελα να δω πως θα αντιδρούσες όταν είναι μεσάνυχτα, γυρνάς σπίτι κατάκοπη από δουλειά, φαγητό,ποτά, και θέλεις μόνο με διακτινισμό να βρεθείς στο κρεβάτι σου. Βέβαια ξέρεις ότι δε γίνεται ούτε να βρεθείς μαγικά στο κρεβάτι σου ούτε κανένας θα παρκάρει το αμάξι σου, αν δε το παρκάρεις εσύ. Αυτό που σίγουρα ξέρεις είναι ότι πρέπει να περάσεις μια ώρα αν είσαι τυχερός, ίσως και δύο ώρες αν έχεις του κουράγιο να βρεις θέση πάρκινγκ στο Θησείο. Το πιο κοντινό σημείο είναι το πιο μακρινό στενό στα όρια με Πετράλωνα. Φυσικά υπάρχει η λύση του πάρκινγκ και με μεγάλη ικανοποίηση λες ” θα κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου! ” απλά και για να μη χάσεις άλλη μια ώρα από τα όνειρα σου.

Αν κερδίσω το λόττο πρώτα θα αγοράσω πάρκινγκ και μετά σπίτι. Είμαι τυχερή λέω ξανά  και ξανά για να το πιστέψω ότι βρήκα να παρκάρω έξω από το σπίτι μου. Χαζογελάω έχοντας τη μουσική διαπασών μέχρι να μαζέψω όλα μου τα πράγματα από το κάθισμα του συνοδηγού, τα πεταμένα παπούτσια της εβδομάδας στα πίσω καθίσματα και να βγάλω την τσάντα του γυμναστηρίου κτλ κτλ. Έρχεται και σκ, θέλω να βάλω πλυντήριο και να επιστρέψουν όλα μου τα παπούτσια στη θέση τους. Μου παίρνει αρκετή ώρα να τα μαζέψω, αλλά δε με νοιάζει. Μαζεύω τα πράγματα μου σιγά σιγά, είναι Παρασκευή και μόλις 10 το βράδυ. Είναι ακόμη νωρίς. Γιατί να βιαστώ; Είμαι απ έξω από το σπίτι. Σίγουρα πέρασε ένα τέταρτο, το οποίο ευχαριστήθηκα πολύ, γιατί δε χρειάζεται να κουβαλάω όλα μου τα πράγματα από το πιο μακρινό στενό στο Θησείο. Τα μαζεύω, κλείνω το αμάξι και πάω σπίτι. Ανοίγω το σπίτι, αφήνω τα πράγματα, τα τακτοποιώ – πάντα το κάνω αυτό, αλλιώς νιώθω μια αναστάτωση. Ωστόσο, ανάβω θερμοσίφωνα, βγάζω τα καθαρά μου πιτζαμάκια και είμαι έτοιμη για το μεγάλο χουχούλιασμα της εβδομάδας αγκαλιά με πάπλωμα και ταινίες, όχι μία μόνο τουλάχιστον δύο, μια που αύριο είναι Σάββατο. Σάββατο σημαίνει κοιμάμαι τουλάχιστον μέχρι τις 12.00. Είναι όλα έτοιμα, μόνο μια πίτσα και κάτι γλυκό λείπει από το μεγαλείο του χουχουλιάσματος.

-Όχι ρε φίλε! Ξέχασα το κινητό μου στο αμάξι!

Αναφωνώ και τρέχω να το πάρω. Εννοείται περνάνε 100 σκέψεις από το μυαλό μου όπως:

-Θα μου σπάσουν το αμάξι, τρέχα!

-Να δεις το έχουν σπάσει ήδη το αμάξι και ποιος τρέχει σαββατιάτικα στα γυαλομάγαζα για αμάξια. Άραγε είναι ανοιχτά το Σάββατο;

-Θα με έχει πάρει η μαμά μου και θα έχω τουλάχιστον 30 κλήσεις και 10 μηνύματα που είσαι και δεν απαντάς;

-Είχα πει ότι θα πάρω τη Νεφέλη! Να της τηλεφωνήσω αν δε μου έχουν σπάσει το αμάξι και δεν μου έχουν πάρει το κινητό!

-Αν μου έχουν σπάσει το αμάξι και δεν έχω κινητό, τι θα κάνω;

-Ρε φίλε γιατί πάντα σκέφτομαι το χειρότερο;

Οι υπόλοιπες 94 σκέψεις ακολούθησαν τον ίδιο παλμό και καλύτερα να μη γραφτούν.

Φτάνω στο αμάξι, δεν το έχουν σπάσει.

-Ναι ρε φίλε! Δε το έσπασαν! Δε μου πήραν το κινητό! Μα πως να το πάρουν μαύρο αυτό μαύρη και η θήκη του καφέ κάτω από το ράδιο, δύσκολο αν δε χτυπήσει να το δει κάποιος! Τέλεια!

Σηκώνοντας το βλέμμα μου, βλέπω ένα χαρτάκι στο παρμπρίζ.

-Όχι ρε φίλε! Από πότε γράφουν στο Θησείο;

Βγαίνω έξω να δω πόσο είναι η κλήση. Πιάνω στα χέρια μου το χαρτί. Δεν είναι κλήση. Ένα κιτρινισμένο χαρτί καμένο γύρω-γύρω. Μου θύμησε πολύ τα ερωτικά σημειώματα που στέλναμε στο γυμνάσιο που για να φαίνονται πιο όμορφα τα καίγαμε γύρω-γύρω. Μια φορά κόντεψα να κάψω τα μαλλιά μου βέβαια, αλλά ήθελα να φαίνεται όμορφο το γράμμα μου στο Βύρωνα. Πάντα μου άρεσαν τα παράξενα ονόματα στα αγόρια.

Ανοίγω και διαβάζω το χαρτί.

 

Μάτια που καρφώθηκαν κι έμειναν εκεί.

Το βλέμμα σου ανεξίτηλο στη σκέψη μου.

Ζωντανή κάθε στιγμή που σε βλέπω κατάματα.

Μνήμη μου γίνεσαι και ζωντανεύει στις σκέψεις μου.

Αγκαλιά που λησμόνησε το χάδι σου.

Χείλη που δεν έσμιξαν, αν και ήθελαν πολύ.

Λόγια που δε μίλησαν.

Φιλιά που δεν έζησαν.

Χάθηκαν στις σκέψεις κι έμειναν εκεί.

Όνειρα της νύχτα που αληθινά ήταν, αλλά όνειρα έμειναν.

Nα  ‘ταν οι σκέψεις μου δικές σου.

Στα όνειρα που σε αναζητούν και δε σε βρίσκουν.

Στην αγκαλιά που άδεια νιώθει χωρίς εσένα, αν και πότε δε σ’ αγκάλιασε.

Σκέψεις μου που μπορεί στο πάντα να ζουν, μα με το δικό σου όνειρο αναπνέουν.

 

Συγκινήθηκα.

Δάκρυσα.

-Ρε τι γλυκό!

Σκουπίζω τα δάκρυα μου με χαμόγελο. Το γράμμα ήταν ανυπόγραφο.

Κλείνω το αμάξι, ευτυχώς το θυμήθηκα. Παρασύρθηκα από τη συγκίνηση, ικανή ήμουν να ξεχάσω το αμάξι ανοιχτό.

Παρήγγειλα πίτσα και μέχρι να έρθει το διάβαζα ξανά και ξανά για να βρω ίχνη του αγνώστου αποστολέα.

-Μα ποιος να είναι;

Χτυπάει το κουδούνι.

Είναι η πίτσα. Ώρα για το χουχούλιασμα της εβδομάδας.

Πέρασε μια βδομάδα. Πάλι Παρασκευή. Πάλι παρκάρισμα στο Θησείο.

Αυτή η Παρασκευή δεν είναι σαν τη προηγούμενη, βρήκα να παρκάρω στο πιο μακρινό στενό στα όρια με Πετράλωνα. Κουβάλησα όλα μου τα πράγματα απ’ όλη την εβδομάδα μέχρι το σπίτι. Ευτυχώς είχα δυο τσάντες μόνο, ήμουν πιο νοικοκυρά αυτή την εβδομάδα, μόλις δύο ζευγάρια παπούτσια στο πίσω κάθισμα. Τα παπούτσια για το τάνγκο θα τ’ αφήσω στο αμάξι, αφού θα έχω μάθημα πάλι τη Δευτέρα, γιατί να τα κουβαλάω; Τώρα ξεκίνησα τάνγκο, δεν έχει περάσει ένα μήνας. Έχω ενθουσιαστεί τόσο πήρα και παπούτσια. Θέλω να δω πόσο θα αντέξει αυτό το χόμπι στη ζωή μου. Πρόκληση κάθε φορά που ξεκινάω κάτι νέο, αλλά πάντα έχει ημερομηνία λήξης. Δε φταίω εγώ, το χόμπι δεν αντέχει το ταμπεραμέντο μου και φεύγει, μόνο του. Εγώ αφήνω το χόμπι να ζήσει χωρίς εμένα. Έτσι μου λέω για να με δικαιολογώ.

Φτάνω έξω από την πόρτα και βλέπω μια γνωστή-άγνωστη σχεδόν φιγούρα να κάθεται στα σκαλιά της πολυκατοικίας και μου λέει:

-Επειδή δεν ξέρω που παρκάρεις ήθελα να σου δώσω αυτό.

Είναι το ίδιο κιτρινισμένο χαρτί  καμένο γύρω-γύρω και γραφεί:

– Θέλεις να πάμε για ποτό τη Δευτέρα μετά το τάνγκο;

-Άρης.

-Αθηνά, χάρηκα.

Μαρία Τσατσάκη

#atakaistoria #tsatsakimaria

About the author: Maria

Σχόλια;

Το e-mail σας δεν θα δημοσιευθεί.