Αν έχω να θυμάμαι μια μέρα από τη ζωή μου, αυτή είναι η Παρασκευή 10 Νοέμβρη 2017.  Ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου. Ήταν η μέρα ορόσημο. Είναι δυνατόν ένα email να φέρει την αλλαγή; Δεν το πίστευα, αλλά είναι δυνατόν.

Είχα ξυπνήσει κατά τις 10.00 το πρωί μετά από ένα ξενύχτι με τους φίλους στο σπίτι της Μελίνας. Έφτιαξα τον καφέ μου, βγήκα στο μπαλκόνι και η θάλασσα έβγαζε κραυγές με τα άσπρα χαμόγελα της τρικυμίας. Φαινόμενο της εποχής. Το μπλε είχε καλυφθεί από την αντάρα και ο άνεμος λυσσομανούσε. Μου αρέσει ο χειμώνας, αλλά είμαι ερωτευμένος με το καλοκαίρι. Μέχρι να ετοιμαστεί ο καφές χάζευα  τη θάλασσα, ενώ ακούστηκε ο ήχος της καφετέριας «κλιν- κλιν», ότι ο καφές είναι έτοιμος. Πήρα την κανάτα και σιγά-σιγά γέμισα την αγαπημένη μου κούπα. Είναι η ιεροτελεστία μου κάθε πρωί να γεμίζω σιγά- σιγά την αγαπημένη κούπα μου για να γεμίσουν πρώτα τα πνευμόνια μου με το άρωμα του καφέ και μετά να τον γευτούν τα χείλη μου. Λατρεύω το άρωμα του καφέ, γιατί ξυπνάει το σώμα μου.

Εν συνεχεία, άνοιξα τον υπολογιστή για να βάλω μουσική και άνοιξε και το email με πολλές ειδοποιήσεις. Δεν είχα καμία όρεξη να διαγράψω τα άπειρα διαφημιστικά emails και απλά περιηγήθηκα στις αγαπημένες μου σελίδες για να περάσει η ώρα.  Jazz μουσική, το άρωμα του καφέ και έξω τρικυμία. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, ήρθε ξαφνικά μια ειδοποίηση στο email μου από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είχα κάνει αίτηση εδώ και δύο μήνες για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα με προοπτική για διδακτορικό, αλλά κάθε μέρα οι ελπίδες μου πέθαιναν. Η λαχτάρα μου να πάω ήταν μεγαλύτερη από την ελπίδα μου.

Ειδοποίηση email. Τίτλος: University of Oxford

Κείμενο email: We would like to… Χαρά. Άπειρη χαρά με κατακλύζει. Ευτυχία.

Πετάχτηκα από την καρέκλα σαν ελατήριο. Χοροπηδούσα στο σαλόνι σας τρελός και φώναζα «Yeaaaaaaaaaaahhh. Ναιιιιιιιιι!!!» Σε εναλλαγή αγγλικά και ελληνικά, λες και έπρεπε να τα μεταφράζω σε κάποιον. Δε με χωρούσε το σπίτι και πήρα τη μηχανή για να πάω στους γονείς μου, στην αδερφή μου και στο σπίτι της Τάνιας που είχαν ήδη είχαν μαζευτεί όλοι για τα γενέθλια του Νίκου. Όταν μοιράζεσαι τη χαρά πολλαπλασιάζεται, έτσι λένε κι εγώ έτσι το ένιωσα. Έτσι ακριβώς ένιωσα σε κάθε αγκαλιά και σε κάθε κουβέντα που έλεγα ότι σε δύο μήνες φεύγω για την Οξφόρδη.

Χαμογελούσαν και τα μουστάκια μου και τα μάτια μου έλαμπαν από το φως της απόλυτης ευτυχίας. Ήταν η πιο ευτυχισμένη ημέρα της ζωής μου.

Μας πήρε το απόγευμα στο σπίτι της Τάνιας και το κινητό μου χτύπησε με ένα μήνυμα από τον Παναγιώτη που ήταν στην Κηφισιά για φαγητό με την παρέα μας από το σχολείο. Νομίζω σε άλλη περίπτωση δε θα πήγαινα. Ήταν πολλά τα ξενύχτια της εβδομάδας, πολύ το ποτό και ο χορός στο σπίτι της Τάνιας, αλλά ένιωθα ατρόμητος από χαρά. Αποφάσισα να μην πάρω τη μηχανή, πήρα το αμάξι κι έφυγα για Κηφισιά. Η μουσική στο διαπασών κι εγώ να τραγουδάω σαν τρελός από χαρά μέσα στο αμάξι σα να ήθελα να με ακούσει όλος ο κόσμος. Είναι οι στιγμές που πάντα θυμάσαι. Έφτασα, πάρκαρα εύκολα και πήγα να βρω τα παιδιά. Τα νέα μου ήταν στο επίκεντρο και  μια μεγάλη γιορτή άρχισε χωρίς σταματημό. Αγκαλιές, συγχαρητήρια, γέλια και χορός γέμισαν εκείνο το βράδυ. Όταν το ρολόι έδειξε τρεις το ξημέρωμα, αποφασίσαμε να φύγουμε. Λίγο η ζαλάδα από το ποτό, λίγο η ζαλάδα από τη χαρά όμως ένιωθα ατρόμητος ακόμα και να οδηγήσω.

-Να σε πάω σπίτι; με ρώτησε ο Παναγιώτης.

-Όχι φίλε! Το έχω! του απάντησα και έφυγα.

Κατέβαινα την Κηφισιάς και νόμιζα ότι οδηγώ αεροπλάνο. Σα να πετάω στα σύννεφα. Αυτήν την αίσθηση είχα. Στα σύννεφα οι στροφές δε φαίνονται, αλλά η Κηφισιάς έχει μια στροφή που αγκαλιάζει τα οχήματα απότομα και πρέπει να μην τρέχεις για να μη σε αγκαλιάσει άτσαλα. Εγώ έτρεχα απ’ ότι θυμάμαι. Ήταν άδειος ο δρόμος και νόμιζα πως ήταν δικός μου. Έτρεχα. Έτρεχα για να προλάβω. Έχασα τον έλεγχο και το αμάξι χόρευε στο δρόμο μόνο του στριφογυρίζοντας με μανία μέχρι να βρει κάπου να σταματήσει. Έκλεισα τα μάτια και φώναξα δυνατά: «Θεέ μου, σώσε με οποιοδήποτε κόστος!»

Σταμάτησε απότομα. Άνοιξα τα μάτια μου. Μύριζε καμένο σίδερο, βενζίνη και αίμα. Ένιωθα τα χέρια μου και άγγιξα το πρόσωπο μου. Είδα αίμα, αλλά δεν πονούσα. Μπορούσα να κουνήσω το ένα μου πέλμα, αλλά το άλλο δεν το ένιωθα.

Έζησα. Σώθηκα.

 Ατάκα από τον Γιώργο Πυρινής.

One Comment

  1. Μαρία Κορδοπάτη 12/11/2023 at 3:37 ΜΜ - Reply

    Θα ήθελα πολύ να μάθω τη συνέχεια .. δεν έπαθε τπτ ;

Θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μου ένα σχόλιο;

Θέλεις να διαβάσεις περισσότερες ιστορίες;

  • Ήταν Ιανουάριος. Ήταν ο μήνας που θα μετακομίζαμε στο καινούργιο μας σπίτι. Ο Άγγελος μεγάλωσε στο σπίτι της γιαγιάς του, στο Μετς, το οποίο το λάτρευε. Ένα νεοκλασικό που κοσμούσε τον πεζόδρομο και ξεχώριζε για την ομορφιά του. Η γιαγιά του μας άφησε ξαφνικά, γιατί ήθελε να φύγει και να κάνει εντύπωση, όπως μας είχε […]

  • Η συγκατοίκηση πάντα έχει ενδιαφέρον, ειδικά αν τη μοιράζεσαι με μια αγαπημένη σου φίλη. Είχαμε ξενυχτήσει το προηγούμενο  βράδυ μέχρι πρωίας. Η ώρα είχε περάσει και ήταν μια το μεσημέρι, αλλά τα φώτα και στα δύο υπνοδωμάτια του σπιτιού ήταν σβηστά. Κοιμόμασταν κι εγώ και η Δέσποινα. Σηκώθηκα κατά τις δύο και ένιωθα το στομάχι […]

  • Τα φοιτητικά μας χρόνια μένουν ανεξίτηλα και αυτό γιατί έχουν πλάκα. Είναι εκείνες οι στιγμές που θυμάσαι για πάντα και ξεπετάγονται άξαφνα στην μνήμη σου καθώς κάνεις μια βόλτα στην Πλάκα. Μια απο τις στιγμές που θα θυμάμαι για πάντα ήταν και η μέρα που έφυγα από το πατρικό μου για να πάω στην Αθήνα, […]

  • Είναι πρώτο έτος. Είμαστε δεκαοχτώ χρονών. Η Αθήνα είναι μια άγνωστη πόλη που μας περιμένει να αφήσουμε την κάθε μας στιγμή, στο κάθε της μέρος. Μεγάλωσα στο Ηράκλειο της Κρήτης και η ζωή μου μετά τα δεκαοχτώ ένιωθα ότι θα είναι στην Αθήνα. Το ήξερα από πέντε χρονών, όταν με ρωτούσαν τι θα γίνεις όταν […]