Because I give my best

 

Κυριακή πρωί στο Λόφο του Φιλοπάππου.

Ξύπνησα πριν από εσένα για να μην ακούσεις.

Δεν ξύπνησες, γιατί δε με άκουσες.

Έφυγα.

Δε σου είπα αντίο.

Δεν αντέχω το καλημέρα ούτε το καληνύχτα πια.

Πήγα να σε αγκαλιάσω να σου πω καλημέρα και…με καλημέρισε ένα χαρτί. Ήξερα ότι θα φύγεις από το σπίτι, και τελικά σήμερα ήταν αυτή η μέρα. Δε ήξερα αν ήθελα να κλάψω, να φωνάξω, να γελάσω, δεν ήξερα. Αποφάσισα να σηκωθώ από το κρεβάτι και να ανοίξω τα παντζούρια. Μπήκε φως. Πάντα σε έβρισκα να κάθεσαι στο καναπέ και να με περιμένεις μ’ ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι χειμώνα καλοκαίρι. Σήμερα δε με περίμενες. Έκατσα στο καναπέ και έβαλα τα κλάματα. Αυτό ήθελα να κάνω. Κάθισα καμία ώρα και ξαφνικά μου χτυπάνε τη πόρτα. Ποιος είναι Κυριακάτικα; Προσπαθώ να ανασκουμπωθώ, να σκουπίσω τα δάκρυα μου και να βάλω κάτι πιο ρούχο πάνω μου.

-Παρακαλώ;

-Μυρσίνη;

Εσύ ήσουν αλλά δεν ήξερα αν ήθελα να σου ανοίξω. Πότε δεν ξέρεις τι να κάνεις τέτοιες στιγμές.

-Έφυγες γιατί δε αντέχεις, έτσι έγραψες.

-Έτσι έγραψα, αλλά είμαι έξω από την πόρτα από την ώρα που το έγραψα.

-Και γιατί δε φεύγεις;

-Γιατί…

-Because I give my best που λένε και στο χωριό μου.

-Μπορώ να give και εγώ my best από εδώ και πέρα, γιατί δεν give my best. Έλα άνοιξε! Ξέχασα τα κλειδιά στο τραπέζι!

-Πως καταφέρνεις να με κάνεις να γελάω σα χαζή τέτοιες στιγμές και να σου ανοίγω πάντα την πόρτα, δεν κατάλαβα πότε.

-Καλημέρα!

-Αντέχεις τώρα την Καλημέρα;

-Ναι, because I will give my best που λέτε και στο χωριό σας!

About the author: Maria

Σχόλια;

Το e-mail σας δεν θα δημοσιευθεί.